Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

Για τα ουζάκια μου...

Δεν ξέρω γιατί το γράφω αυτό στις 12μιση η ώρα το βράδυ. Θέλω μόνο να σας πω ευχαριστώ, κορίτσια μου, που υπάρχετε στη ζωή μου! Είστε οι καλύτερες φίλες που θα μπορούσα ποτέ να έχω! Σας ευχαριστώ που με κάνετε να γελάω και να κλαίω, που μου υπενθυμίζετε πως η ζωή είναι ωραία και πως η εφηβεία έχει κι αυτή τις ομορφιές της αν έχεις κάποιον να την μοιραστείς. Δεν ξέρω για πόσα χρόνια θα είμαστε ακόμη φίλες, αν θα χαθούμε όταν περάσουμε στο πανεπιστήμιο, αν θα ξεχάσουμε η μία την άλλη. Εύχομαι να είμαστε έτσι για πάντα. Να περάσουμε μαζί όλες τις σημαντικές στιγμές της ζωής μας. Να πηγαίνουμε μαζί τα παιδιά μας στην παιδική χαρά και μετά τα εγγόνια μας. Αλλά ακόμη κι αν αυτό δεν γίνει, να ξέρετε πως χάρη σε σας αυτά τα χρόνια θα μου μείνουν αξέχαστα! Σας αγαπώ πολύ ουζάκια μου!

Τρίτη, 24 Μαΐου 2011

Ένας μικρός ήρωας

Είναι κάποιες στιγμές, κάποιες εικόνες που έρχονται μπροστά σου τυχαία -ή ίσως όχι;- και σου αλλάζουν μέσα σε δευτερόλεπτα όλη σου τη διάθεση, την κοσμοθεωρία, τον τρόπο που αντιμετωπίζεις τα πράγματα.
Για εμένα αυτή η εικόνα δεν ήταν παρά ένα μικρό αγοράκι, όχι πάνω από 10 χρονών.

Σήμερα το μεσημέρι έκανα γυμναστική δίπλα στην μικρή εσωτερική πισίνα του Ποσειδωνίου. Η ζέστη ήταν αφόρητη και ήμουν μούσκεμα στον ιδρώτα. Ανυπομονούσα να τελειώσω για να γυρίσω σπίτι. Στην μικρή πισίνα κολυμπούσε ένας ηλικιωμένος που είχε πρόβλημα στο πόδι του, συνηθισμένη εικόνα για το Ποσειδώνιο. Ο κύριος κοιτούσε συνεχώς προς τα αποδυτήρια, σαν να περίμενε κάποιον. Και πράγματι περίμενε. Περίμενε τον μικρό του φίλο.
Δεν τον πρόσεξα παρά μόνο όταν η κυρία που τον πρόσεχε έφερε το αναπηρικό καροτσάκι του δίπλα στο στρώμα που έκανα γυμναστική. Ήταν ένα μελαχρινό αγοράκι, λεπτό και μικροκαμωμένο, με δυο μάτια γεμάτα ελπίδα και αισιοδοξία. Με λαχτάρα περίμενε την κυρία να τον ξεντύσει με προσεγμένες κινήσεις. Σαν πουλάκι κελαηδούσε και ανυπομονούσε να μπει στην πισίνα. Σύντομα η κυρία, αφού του έβγαλε το μπουρνούζι, τον πήρε αγκαλιά και τον άφησε τρυφερά στα σκαλιά της μικρής πισίνας. Εκείνος άρχισε γελώντας να πλατσουρίζει στα νερά. <<3,2,1!>> μέτρησε αντίστροφα ο ηλικιωμένος φίλος του και το αγοράκι βούτηξε στην πισίνα και σύντομα κολυμπούσαν δίπλα δίπλα. Παρατήρησα το αγόρι. Κολυμπούσε μόνο με τη βοήθεια των χεριών του. Κι όμως είχε ένα τέτοιο ευτυχισμένο χαμόγελο να στολίζει το προσωπάκι του και η φωνή του έβγαινε τόσο χαρούμενη από τα χείλη του, που το έκανε να φαίνεται πανεύκολo.
Πώς να μην συγκινηθεί κανείς με ένα τέτοιο υπέροχο θέαμα; Συνέχισα την γυμναστική χωρίς να με νοιάζει η κούραση, χωρίς να γκρινιάζω για τον ιδρώτα, ρίχνοντας πότε πότε κλεφτές ματιές στον μικρό μου ήρωα. Γιατί αν αυτό το παιδί δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ήρωας, τότε ποιός μπορεί;

Πέμπτη, 19 Μαΐου 2011

Γιατί;

Κουράστηκα πια να περνάν έτσι οι μέρες μου. Περιμένοντας. Τι περιμένω; Ούτε κι εγώ δεν ξέρω καλά καλά. Ίσως εκείνες τις όμορφες μέρες, εκείνα τα υπέροχα βράδια, που ανυπομονούσα να φτάσει η ώρα που θα μιλούσαμε. Ήταν τόσο ωραίες εκείνες οι δύο βδομάδες... Μπορεί να βιαστήκαμε, να είπαμε πολλά. Αλλά δεν με ένοιαζε. Ήμουν χαρούμενη, Εσύ με έκανες χαρούμενη. Και τώρα... τρεις βδομάδες κι ακόμη να μιλήσουμε, Ούτε ένα μήνυμα, ούτε μια λέξη. Θες χρόνο λες. Σου δίνω χρόνο. Όσο χρόνο θες. Αλλά πόσο ακόμη μπορώ να περιμένω; Μπήκες τόσο ξαφνικά στη ζωή μου και το ίδιο ξαφνικά και απότομα προσπαθείς να αποδράσεις. Αν το θες, αν θες πραγματικά να βγεις, απλά πες το μου. Πρέπει να ξέρω, χρειάζομαι να ξέρω. Για να μην ελπίζω. Γιατί η ελπίδα πονάει όταν μένει στα όνειρα και δεν γίνεται πραγματικότητα. Και δεν θέλω άλλο πόνο, δεν αντέχω άλλο πόνο. Θυμάμαι όσα μου έλεγες. Λέξη προς λέξη. Τα χαμογελάκια και τις γλωσσίτσες που μου έστελνες μαζί με τα τρυφερά υποννοούμενά σου. Την μέρα που μου είπες "σ'αγαπώ"... ή μάλλον... "seni seviyorum". Τη στιγμή που ντροπαλά με ρώτησες αν νοιώθω κάτι για σένα. Τα βράδια που έμενες ξάγρυπνος για χάρη μου, επειδή εγώ δεν νύσταζα. Τις ώρες που πέρασα μπροστά στον καθρέφτη και το άγχος μου πριν το πρώτο -και μοναδικό μας- ραντεβού.... Και μετά... Μετά την απογοήτευσή μου, την λύπη μου, τα δάκρυά μου όταν εσύ με ξέχασες, ζήτησες χρόνο και εξαφανίστηκες. Υπομονή μου λένε, εξετάσεις είναι, μπορεί να διαβάζει. Μακάρι λέω εγώ. Και συνεχίζω να πετάγομαι σαν ελατήριο μόλις ακούσω το κινητό μου να χτυπάει, μόλις βλέπω μήνυμα στο facebook, μόλις ακούω το όνομά σου. Άδικος κόπος. Ποτέ δεν είσαι εσύ. Εσύ προφανώς άλλαξες γνώμη. Γρήγορα και απότομα. Δικαίωμά σου. Kαι δικό μου δικαίωμα να ξέρω τι συνέβη, τι έκανα λάθος. Θυμήσου πως πριν λίγο καιρό υπήρχα κι εγώ κάπου εκεί, σε μια γωνίτσα του μυαλού σου. Αν είναι να με διώξεις κι από εκεί, τουλάχιστον ας ξέρω το γιατί.

Κυριακή, 8 Μαΐου 2011

Mοναχική μελωδία


Γλυκιά μουσική πλημμυρίζει το νου μου. Δάκρυα φτάνουν στα μάτια μου, μα δεν τολμούν να προχωρήσουν παραπέρα. Φοβούνται. Φοβούνται κι αυτά ακόμη τον έξω κόσμο, τον κόσμο πέρα από αυτόν των συναισθημάτων. Φοβούνται να γνωρίσουν αυτό που τα προκάλεσε. Αυτό που τάραξε τη γαλήνια λίμνη της ψυχής μου, καλώντας πλήθος ρυάκια να ξεστρατίσουν και να βρουν διέξοδο στα βλέφαρα μου. Αυτό που μας πλήγωσε. Ή μάλλον αυτόν…
Η μουσική κυλά μέσα  στο μυαλό, το σώμα, την ψυχή μου. Νοιώθω τους παλμούς της καρδιάς μου να συγχρονίζονται με τον ρυθμό του τραγουδιού. Οι νότες γίνονται εγώ, εγώ γίνομαι νότες. Και σε σκέφτομαι, ω, πόσο σε σκέφτομαι! Δεν ξέρω γιατί αισθάνομαι έτσι. Γιατί; Όχι, δεν είναι ακόμη αγάπη αυτό που αισθάνομαι. Αλλά… η καρδιά μου… Νοιώθω πως κάτι άλλο βρίσκεται στην θέση της. Κάτι ξένο, που ποθεί να βγει έξω, να ελευθερωθεί, να ξεφύγει από τα δεσμά των συναισθημάτων μου.
Σε σκέφτομαι. Αφήνομαι στην μουσική, κλείνω τα μάτια και φέρνω την εικόνα σου μπροστά μου. Το γέλιο σου, η πιο όμορφη μουσική από όλες. Κλαίω. Κλαίω για σένα, κλαίω εξαιτίας σου, κλαίω για χάρη σου. Θέλω να γίνουν όλα όπως πριν. Πριν λίγες μέρες. Όταν το μόνο μου συναίσθημα ήταν χαρά. Χαρά για σένα, χαρά εξαιτίας σου, χαρά για χάρη σου.
Το τραγούδι αλλάζει. Τα δάκρυα στεγνώνουν. Η θλίψη μένει. Η καρδιά –ή τουλάχιστον αυτό το «κάτι» που θρονιάστηκε με το έτσι θέλω μέσα μου- χτυπάει ξέφρενα. Σε θέλω εδώ. Θέλω το όνειρό μου πίσω. Γιατί ήσουν το όνειρό μου, το ξέρεις; Ένα υπέροχο όνειρο, από αυτά που δεν θες ποτέ να τελειώσουν.
Γράφω και γράφω… ο νους μου έχει γίνει ένα με το στυλό, οι σκέψεις μου ένα με το μελάνι. Δεν θέλω να κλαίω άλλο. Μου είχες πει ότι θα μου  χάριζες το μεγαλύτερο και ομορφότερο χαμόγελο του κόσμου, θυμάσαι; Γιατί αθέτησες την υπόσχεσή σου; Μου το έδωσες, αλλά ήταν φαίνεται δανεικό… γρήγορα μου το πήρες πίσω. Τι άλλαξε, μου λες; Δώσε πίσω αυτό το χαμόγελο. Μου άρεσε τόσο πολύ!
Η μουσική τελειώνει… οι σκέψεις στερεύουν… τα βλέφαρα κλείνουν… Άκουσέ με αν είσαι ακόμη εδώ, αν ακόμη νοιάζεσαι για μένα.
Καληνύχτα… Όνειρα γλυκά..

Πέμπτη, 5 Μαΐου 2011

Bρέχει, χιονίζει, το μάρμαρο ποτίζει!

Άνοιξαν οι ουρανοί από χτες το βράδυ και δε λένε να κλείσουν! Μετά από μία πολύ ζεστή και φωτεινή μέρα γεμάτη γέλια, ιδρώτα και φωνές να δηλώνουν πως "έφτασε το καλοκαίριιιιιι!" ήρθε μια καταρρακτώδης βροχή να μας ξεπλύνει τα όνειρα. Τα κοντομάνικα έδωσαν την θέση τους σε ζεστά φούτερ και ομπρελίτσες. Η αυλή του σχολείου είχε γεμίσει μικρές μικρές λιμνούλες, ενώ νερό έσταζε από παντού και εισχωρούσε στα ρούχα και -κυρίως- στα παπούτσια μας. Μαθητές και καθηγητές διασχίζαμε βιαστικά την αυλή με σκυφτό το κεφάλι και με τις κουκούλες ανεβασμένες για προστασία, κάνοντας αστείους ελιγμούς και ακροβατικά για να αποφύγουμε τις γεμάτες νερό λακκούβες. Γέλια και πειράγματα κάτω από την βροχή έδιναν και έπαιρναν, μάχες ολόκληρες για το ποιός θα ρίξει ποιον μέσα στα νερά. Για μάθημα ούτε λόγος! "Ελάτε καλέ κυρία, προτελευταία μέρα είναι, ας μην κάνουμε μάθημα!" Και όποιος καθηγητής τολμούσε να φέρει αντίρρηση, το μετάνιωνε γρήγορα! Πού όρεξη για άλγεβρα και χημεία; Προτιμούσαμε όλοι να μιλάμε μεταξύ μας, να λέμε αστεία και να πειραζόμαστε.
Αθηνά και Ραφαήλα, γιατί είστε σαν διδυμάκια σήμερα; Ωχου Ταξιάρχη μην αρχίζεις τις φιλοσοφίες πάλι! Ρε Τασούλη άντε τελείωνε με την εργασία να φύγουμε! Στέφανε καμάρι μου γιατί φοράς τα γυαλιά μου; Γιώργο ούτε να το σκεφτείς να με ξαναβρέξεις με την ομπρέλα! Αποστόλη να μου φέρεις το βιβλίο μου με τα ποιήματα του Καβάφη επιτέλους!
Και η βροχή συνέχιζε να πέφτει ασταμάτητα, και δως'του τα τρεξίματα στην αυλή με το απουσιολόγιο κάτω από το φούτερ για να μην βραχεί, και δως'του τα κυνηγητά με τις ομπρέλες και δως'του οι κροτίδες να σκάνε εδώ κι εκεί...
Μια συννεφιασμένη, μουντή, βροχερή μέρα, κι όμως τόσο χαρούμενη και γεμάτη φως και γέλια! Αν κάθε βροχερή μέρα της ζωής μου μπορώ να την αντιμετωπίζω έτσι, τότε δεν με φοβίζουν καθόλου οι μπόρες! Τους φίλους μου θέλω μόνο... Λίγοι φίλοι και μια χούφτα κέφι αρκούν για να μετατρέψουμε κάθε σταγόνα βροχής σε χρυσαφένια ηλιαχτίδα και να "κάνουμε τον χειμώνα καλοκαίρι" όπως λέει και το τραγούδι!


Φιλιά από την βροχερή και χαρούμενη Θεσσαλονίκη!

Τετάρτη, 4 Μαΐου 2011

Μια λέξη

Ζητάω τόσο πολλά; Μια λέξη σου μόνο λαχταράω. Ένα χαμόγελο, ένα βλέμμα σου! Δεν βγαίνεις στιγμή από το μυαλό μου, έχεις ριζώσει για τα καλά στις σκέψεις μου. Όμως εγώ δεν είμαι τίποτα για σένα. Μια απλή γνωστή, μια κοπέλα που τυχαίνει να ξέρεις. Τόσο αδιάφορη σου είμαι; Ούτε λίγο ενδιαφέρον; Τόσες φορές έχω ξεπεράσει τις αναστολές και τα όριά μου και σου έχω μιλήσει, κάνω τα πάντα, ό,τι περνά από το χέρι μου για να σου τραβήξω την προσοχή, να σου δείξω πόσο μου αρέσεις, πόσο σημαντικός είσαι για μένα. Κι όμως επιμένεις να με αγνοείς. Άραγε έχεις καταλάβει τίποτα από όσα νοιώθω για σένα; Κι αν ποτέ μάθεις, θα ενδιαφερθείς; Αχ, πόσα ερωτηματικά τριβελίζουν στο μυαλό μου, πόσα γιατί απειλούν να ξεφύγουν από τους λαβύρινθους του νου μου και να φωνάξουν «Μίλα μου!!!». Τι πρέπει να κάνω για να σε κερδίσω; Πες μου, σε εκλιπαρώ. Δώσε μου ένα σημάδι, δείξε μου την λύση. Αξίζει να ελπίζω ή θα πέσω για ακόμη μια φορά από τα σύννεφα των ονείρων μου για να τσακίσω και πάλι τα φτερά μου; Ακόμη κουβαλάω στο σώμα και την ψυχή μου τις πληγές που η πρώτη αγάπη μου άφησε ενθύμιο. Ω, άγγελέ μου, ας μην συμβεί και πάλι το ίδιο… Παλεύω με τον εαυτό και τους πόθους μου για να μην αφεθώ στα συναισθήματα μου για σένα. Κάθε μπουμπούκι ελπίδας και ονείρου που τολμάει να ανοίξει δειλά-δειλά τα πέταλά του στο φως των ματιών σου, το ποδοπατάω με λύσσα αλλά και πόνο αβάσταχτο. Δεν θέλω να σε αγαπήσω. Δεν θέλω να πληγωθώ ξανά. Θέλω απλά να είμαι χαρούμενη. Και, αχ, πόσο χαρούμενη είμαι όταν είμαι μαζί σου! Πετάω στον έβδομο ουρανό με μια σου λέξη! Φοβάμαι όμως. Φοβάμαι πολύ. Θα πονέσω. Θα κλάψω με δάκρυα καυτά. Φοβάμαι να νιώσω, φοβάμαι να αισθανθώ, φοβάμαι να σκεφτώ. Κι όμως, ένα σου βλέμμα αρκεί για να διαλύσει και τον παραμικρό μου φόβο, ένα ζεστό χαμόγελο είναι ικανό να σβήσει μονομιάς κάθε αναστολή από το μυαλό μου.
 Σου ζητάω τόσο πολλά; Μια λέξη μοναχά. Μια λέξη.
Γυρίζω σπίτι πτώμα στην κούραση. Εφτάωρο στο σχολείο, χημεία, φυσική, άλγεβρα, έκθεση, ιστορία, γυμναστική.... Και μετά δύο ώρες προπόνηση. Αν και η κούραση βαραίνει ήδη τα μέλη του σώματός μου, η ενέργεια ξεχειλίζει -και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί. Τρώω στα γρήγορα για να ικανοποιήσω το στομάχι μου που εδώ και ώρα μου κάνει παράπονα -και κάπως ηχηρά μάλιστα- και χώνομαι στον δωμάτιό μου. Ανοίγω το λάπτοπ και παίρνω θέση. Η λευκή σελίδα του Office Word περιμένει σε λίγο να γεμίσει γράμματα, λέξεις και προτάσεις. Ξεκινάω να γράφω. Η κούραση σιγά-σιγά εξανεμίζεται, τα δάχτυλα παίρνουν φωτιά, οι σκέψεις ακολουθούν η μία την άλλη σαν σταγόνες βροχής σε ανοιξιάτικη καταιγίδα. Το σώμα χαλαρώνει, το μυαλό ηρεμεί κι εγώ νοιώθω γεμάτη. Λίγο μετά τα βλέφαρα κλείνουν και παραδίνομαι σε έναν σύντομο και γλυκό ύπνο...


Συνήθως κρατάω τα γραπτά μου για τον εαυτό μου ή τα μοιράζομαι μονάχα με τα πιο αγαπημένα και κοντινά μου άτομα. Δεν ξέρω πώς αποφάσισα ξαφνικά να φτιάξω ένα ιστολόγιο, ένα δικό μου ιστολόγιο, όπου οι σκέψεις και τα συναισθήματα μου θα είναι εκτεθειμένα σε όσους θέλουν να τα διαβάσουν. Ήταν μια ιδέα της στιγμής την οποία φυσικά έσπευσα να πραγματοποιήσω πριν αλλάξω γνώμη. Ελπίζω μόνο να σας κρατήσω καλή συντροφιά όποτε την αποζητήσετε....